Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

ΖΕΗ ΑΛΚΗ, Η ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΤΙΚΙΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ / ZEI ALKI, ACHILLES' FIANCEE

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ:
Του Έρωτα... και της Αγάπης...

(Η γυναικεία ματιά)


Website counter






ΑΛΚΗ ΖΕΗ, Η ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΤΙΚΙΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ (1987)


Μια σκιά μου κρύβει τον ήλιο. Ανοίγω τα μισόκλειστα μάτια μου.
- Δάφνη!
Ξαφνιάζομαι. Είναι ο Ζαν-Πωλ, ο Ελβετός ζωγράφος που γνώρισα στο τρένο. Περίμενε λέει τηλεφώνημά μου. Τον είχα ξεχάσει εντελώς.
- Πάμε μια βόλτα;
- Και δεν πάμε!
Έχω όλον τον καιρό δικό μου. Μπορώ να κάνω όσες βόλτες θέλω ως το άλλο εικοσαήμερο.
Μου πιάνει το χέρι να σηκωθώ από τα σκαλιά κι ύστερα από πολλή ώρα, καθώς περπατούσαμε, πρόσεξα πως μου το κρατούσε ακόμα. Παράξενο να μου κρατάει το χέρι κάποιος που δεν είναι ο Αχιλλέας. Δεν το κρατάει μόνο. Έχει μπλέξει τα δάχτυλά του στα δικά μου. Εγώ τ’ αφήνω. Ξέρω κι εγώ γιατί;
Πρέπει να ’χουμε περπατήσει κάμποσο. Βρεθήκαμε καθισμένοι στο γύρο του συντριβανιού με τις χελώνες. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω περπατήσει τόσο ξένοιαστα. Ίσως μονάχα τότε που ήμουνα μικρή, στα δρομάκια του νησιού. Ποτέ μου δεν έχω καθίσει με κάποιον στο χείλος ενός συντριβανιού να φλυαρώ για χίλια δυο ασήμαντα πράγματα.
- Ν’ αγγίξουμε το καύκαλο μιας χελώνας, φέρνει γούρι.
Ο Ζαν-Πωλ το λέει αυτό.
Σκαρφαλώνω στο συντριβάνι, πίνω νερό με τη χούφτα, αγγίζω το καύκαλο της χελώνας. Ο Ζαν-Πωλ έχει σκαρφαλώσει από την αντίθετη πλευρά.



[...]Γελάει, μ’ αγκαλιάζει από τους ώμους περιμένοντας ν’ ακούσει να του πω κι εγώ με λίγα λόγια για τη «ζωούλα» μου. Είμαι λοιπόν η Δάφνη, ένα κορίτσι χωρίς ιστορία. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε στον πόλεμο, έχω μια όμορφη μαμά, έναν πιο μεγάλο αδερφό και ήρθα να δω τη Ρώμη. Ίσως να σπουδάσω ιστορία... για τους Ετρούσκους. Πού τους θυμήθηκα ξαφνικά τους Ετρούσκους;
- Έχω μια πείνα!
Εγώ δεν πεινώ καθόλου. Θα θελα να μην τέλειωνε αυτή η πρώτη, κι ίσως η μοναδική, ξένοιαστη μέρα της ζωής μου. Να καθίσω κι άλλο στο πεζούλι του συντριβανιού, ν’ αγγίξω μια μια όλες τις χελώνες να μου φέρουν γούρι. Να μη σκέφτομαι τίποτα, τουλάχιστον ως το άλλο εικοσαήμερο που θα πάω στην οδό Γκαέτα. Θέλω να τραβήξει πολύ τούτη η στιγμή στο συντριβάνι με τις χελώνες, να μην την ξεχάσω.
Ένα φιλί κι ύστερα κι άλλο. Κι εγώ το δέχομαι έτσι απλά σαν να μαι η Δάφνη, το κορίτσι που ήρθε στη Ρώμη να μελετήσει τους Ετρούσκους.
- Ξέρω μια τρατορία πολύ συμπαθητική.
Μιλάει ο Ζαν-Πωλ; Εγώ δεν μιλώ. Έχω μια όμορφη γεύση στα χείλια και νιώθω τις παλάμες μου να καίνε σαν να ’χω πυρετό. Τι μου συνέβηκε στα ξαφνικά και λαχταρώ να μην τελειώσει αυτή η μέρα;
Εδώ είναι τα γραφεία του κομμουνιστικού κόμματος, με βγάζει από τις σκέψεις μου ο Ζαν-Πωλ και μου δείχνει ένα μεγαλόπρεπο χτίριο.
Έχει λέει ένα φίλο κομμουνιστή πολύ μεγαλύτερό του, καταπληχτικό άνθρωπο. Ο ίδιος δεν είναι κομμουνιστής γιατί οι κομμουνιστές δεν είναι ελεύθερα άτομα. Γυρίζει και με βλέπει. Φαίνεται κάπως σκοτείνιασε το πρόσωπό μου. (σσ. 100-103)


[...]Στη Ρώμη μετράω τις μέρες με την επίσκεψή μου στην οδό Γκαέτα. Ακόμα είκοσι μέρες. Ακόμα είκοσι μέρες με τον Ζαν-Πωλ. Ακόμα είκοσι μέρες θα είμαι η Δάφνη. Την Ελένη προσπαθώ να την καταχωνιάσω κάπου. Η οδός Γκαέτα, τα γράμματα και οι ελληνικές εφημερίδες που μου στέλνουν κάθε τόσο την κάνουν να προβάλλει άγρια και απειλητική μπροστά μου. «Πώς μπόρεσες...» Πώς μπόρεσα! Η Μαρί-Τερέζ τηλεγράφησε του Αχιλλέα για τη βίζα κι εκείνος απάντησε: «Γίνονται οι απαιτούμενες ενέργειες». «Ας μην αργήσουν Αχιλλέα αυτές οι ‘απαιτούμενες ενέργειες’, ας μην αργήσουν!»
Η Ρώμη είναι μια μαγική πόλη. Όχι, δεν αποκήρυξα κανέναν. Μια ανάσα μόνο. Οι τελευταίες ελληνικές εφημερίδες γράφουν πως πιάστηκε ο Ανεμοδαρμένος κι ο Κωστής. Ο Κωστής μου είχε υποσχεθεί ένα καινούργιο φόρεμα κι έναν αληθινό χορό. Ο Αχιλλέας είχε υποσχεθεί σ’ ένα χρόνο η Αθήνα να ’ναι δικιά μας. Ο Ζαν-Πωλ δεν υπόσχεται τίποτα – μια ανάσα μόνο.
Κλείνω τις εφημερίδες να διώξω μακριά την Ελένη, την αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα. Τώρα είμαι η Δάφνη, το κορίτσι του Ζαν-Πωλ. (σ. 104)

[...]Αφού πιούμε τον απογευματινό μας καπουτσίνο, τι πιο πολλές φορές πάμε να φάμε το βράδυ σε μια τρατορία με τον Φράνκο και τη Λάουρα. [...] σχεδόν πάντα μετά την τρατορία καταλήγουμε στο δωμάτιο του Ζαν-Πωλ. Δεν μπορώ να μείνω πέρα από τις εντεκάμισι. Κλείνει η καγκελόπορτα. Δεν έμεινα ποτέ τη νύχτα μαζί του. Απαγορεύεται. Αν μείνω κρυφά, μπορεί να με δει η καθαρίστρια. Δεν με νοιάζει και τόσο που φεύγω. Μ’ αρέσει ν’ αφήνω τον Ζαν-Πωλ ξαπλωμένο στο κρεβάτι του να με κοιτάζει που ντύνομαι.
- Αύριο, μου λέει τρυφερά και μισονυσταγμένα.
- Αύριο.
Αύριο θα πάω πάλι στην οδό Γκαέτα. Αν έγιναν ‘οι απαιτούμενες ενέργειες’, δεν θα υπάρξει άλλο εικοσαήμερο με τον Ζαν-Πωλ. Ο Αχιλλέας περιμένει.
Τις Κυριακές παίρνουμε συνήθως το λεωφορείο να πάμε στο Τίβολι ή πιο μακριά στο «Λάκο ντ’ Αλμπάνο» ή περπατάμε στην Άπια Αντίκα. [...]
Όταν γυρίζουμε στο δωμάτιο του Ζαν-Πωλ έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τραβώ το κάλυμμα από το ντιβάνι, γδύνομαι και χώνομαι στα δροσερά σεντόνια. Ο Ζαν-Πωλ πλαγιάζει δίπλα μου. Το παράθυρο το αφήνουμε ανοιχτό κι ας κάνει ακόμα ψύχρα. Τα κορμιά μας ζεσταίνονται το ένα από το άλλο. Τα περιστέρια πετάνε από το ταρατσάκι και πάνε να κουρνιάσουν στην αντικρινή χαμηλή στέγη. Οι καμπάνες χτυπούν εσπερινό.


Μια τέτοιαν ώρα μίλησα στον Ζαν-Πωλ για την Ελένη, την αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα. Όταν τέλειωσα, μ’ έπιασε αγωνία. Μήπως δεν έπρεπε να πω τίποτα; Δεν τολμούσα να γυρίσω να τον κοιτάξω. Έμεινε για λίγο ακίνητος κι ύστερα μ’ αγκάλιασε σφιχτά. Μήπως λαχτάρισε γιατί θα φύγω; Όχι, δεν μπορούσε να το πιστέψει, έτσι που μοιάζω ξένοιαστη κοπέλα να έχω περάσει τόσα στη ζωή μου. Κυρίως τον εντυπωσίασε η ιστορία της Ματίνας. Πώς γίνεται στην όμορφή μου χώρα να συμβαίνουν τόσο φοβερά πράγματα! Για τον Αχιλλέα δεν ρωτάει τίποτα. Λες και δεν τον αφορά.
- Θα σου λείψω;
Δεν βλέπω καμιά αγωνία στο βλέμμα του. Χαλαρώνει λίγο το αγκάλιασμα και μου απαντάει ήρεμα, με σιγουράδα.
- Πώς θα πας εκεί, δεν θ σ’ αφήσουν.
Δεν είπε: «δεν θα σ’ αφήσω». Αυτό ναι, είμαι σίγουρη πως δεν το ’πε.
- Θα ’θελα να ’μενες όλη τη νύχτα κοντά μου.
Ο Ζαν-Πωλ δεν ξέρει πως δεν έχω περάσει ολόκληρη νύχτα ούτε με τον Αχιλλέα. (σσ. 108-110)



Επιμέλεια ιστοσελίδας: Φιλοθέη Κολίτση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου